Ποιοι μαθητές στην Ευρώπη κάνουν τις περισσότερες διακοπές - Τι ισχύει στην Ελλάδα
Οι ακραίες θερμοκρασίες οδηγούν ευρωπαϊκές χώρες να επανεξετάζουν το σχολικό ημερολόγιο, ενώ οι διακοπές διαφέρουν σημαντικά από χώρα σε χώρα.
Η διάρκεια των θερινών σχολικών διακοπών διαφέρει σημαντικά στην Ευρώπη, ενώ οι ολοένα συχνότεροι καύσωνες οδηγούν αρκετές χώρες στην επανεξέταση του σχολικού ημερολογίου.
Οι σχολικές διακοπές δεν έχουν την ίδια διάρκεια σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τις διαφορές να είναι σημαντικές από κράτος σε κράτος. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Eurydice, του ευρωπαϊκού δικτύου πληροφόρησης για την εκπαίδευση που χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι μαθητές σε ορισμένες χώρες απολαμβάνουν αρκετά μεγαλύτερες θερινές διακοπές σε σχέση με άλλες.
Η Ιταλία, η Μάλτα, η Λετονία και η Κύπρος βρίσκονται στην κορυφή της σχετικής κατάταξης. Οι Ιταλοί μαθητές έχουν περίπου 14 εβδομάδες θερινών διακοπών, ενώ στη Μάλτα, τη Λετονία και την Κύπρο οι διακοπές διαρκούν περίπου 13 εβδομάδες.
Στον αντίποδα, η Δανία, η Ολλανδία και η Γερμανία έχουν τις συντομότερες θερινές διακοπές στην ΕΕ, καθώς οι μαθητές τους έχουν περίπου έξι εβδομάδες εκτός σχολείου.
Οι υψηλές θερμοκρασίες αλλάζουν τα δεδομένα και στην Ελλάδα
Καθώς τα κύματα καύσωνα γίνονται ολοένα συχνότερα και εντονότερα, χώρες όπως η Γαλλία, η Ισπανία και η Ιταλία εξετάζουν τρόπους προσαρμογής των σχολείων στις νέες κλιματικές συνθήκες. Στο τραπέζι έχουν βρεθεί προτάσεις για πρόωρη ολοκλήρωση των μαθημάτων, αλλαγές στο ημερήσιο ωράριο αλλά και πιθανή επιμήκυνση των θερινών διακοπών.
Η Ελλάδα, όπως και άλλες χώρες της νότιας και νοτιοανατολικής Ευρώπης, βρίσκεται αντιμέτωπη με ολοένα συχνότερες και εντονότερες περιόδους υψηλών θερμοκρασιών, γεγονός που επηρεάζει και τη λειτουργία των σχολείων. Η αύξηση των ημερών με θερμοκρασίες άνω των 30°C κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς ενδέχεται τα επόμενα χρόνια να οδηγήσει σε συζητήσεις για την προσαρμογή του σχολικού ημερολογίου και των ωραρίων.
Το ζήτημα αφορά ιδιαίτερα τις χώρες της Μεσογείου, όπου οι υψηλές θερμοκρασίες καταγράφονται πλέον όλο και νωρίτερα μέσα στη σχολική χρονιά. Με δεδομένο ότι η Ελλάδα ανήκει στις περιοχές της Ευρώπης που πλήττονται έντονα από τους καύσωνες, η προσαρμογή των σχολείων στις νέες κλιματικές συνθήκες αναμένεται να αποτελέσει ένα ζήτημα που θα απασχολήσει ολοένα περισσότερο την εκπαιδευτική πολιτική.
Πάνω από 900.000 μαθητές επηρεάστηκαν από καύσωνες
Το 2024, περισσότεροι από 900.000 μαθητές στην Ευρώπη είδαν την εκπαίδευσή τους να διαταράσσεται εξαιτίας των κυμάτων καύσωνα, σύμφωνα με τη UNICEF.
Τα σχολεία στη νότια και νοτιοανατολική Ευρώπη καταγράφουν τον μεγαλύτερο αριθμό ημερών με υψηλές θερμοκρασίες, ενώ η έκθεσή τους στη ζέστη αναμένεται να συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια.
Σήμερα, περίπου 16.650 σχολεία στην Ευρώπη βιώνουν ήδη ημέρες με μέγιστες θερμοκρασίες άνω των 30°C κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο για το Κλίμα και την Υγεία (ECHO).
Μέχρι το 2050, εκτιμάται ότι περίπου 34.400 σχολεία θα αντιμετωπίζουν τουλάχιστον μία ημέρα με θερμοκρασία άνω των 30°C κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς, σε ένα σενάριο έντονης υπερθέρμανσης, αναφέρει το Euronews.
Αν η σημερινή τάση συνεχιστεί, μεταξύ 68% και 82% των ημερών με θερμοκρασίες άνω των 30°C μέσα στη σχολική χρονιά θα καταγράφονται πριν από τις θερινές διακοπές και μεταξύ 18% και 32% μετά το τέλος τους, σύμφωνα με το ECHO.
Τι μέτρα λαμβάνουν τα ευρωπαϊκά σχολεία
Φέτος, σχολεία σε χώρες όπως η Γαλλία και το Βέλγιο διέκοψαν τα μαθήματα νωρίτερα από το προγραμματισμένο ή έκλεισαν εντελώς λόγω των κυμάτων καύσωνα.
Στο Βέλγιο, για παράδειγμα, τα συνδικάτα κάλεσαν τα σχολεία να διασφαλίσουν ότι κάθε αίθουσα διαθέτει θερμόμετρο και να αναστέλλουν τα μαθήματα όταν ξεπερνιούνται τα προβλεπόμενα όρια θερμοκρασίας.
Στην Ισπανία, ορισμένα σχολεία δοκίμασαν επίσης ελαφρώς τροποποιημένα ωράρια, με τα μαθήματα να ξεκινούν στις 8 π.μ. αντί για τις 8:30 π.μ. και να ολοκληρώνονται στις 3 μ.μ. αντί για τις 4:30 μ.μ.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί και πιο ριζικές προτάσεις για την επιμήκυνση των θερινών σχολικών διακοπών, ως μέτρο προσαρμογής στις υψηλότερες θερμοκρασίες.
Οι επικριτές, ωστόσο, επισημαίνουν ότι μια τέτοια αλλαγή θα μπορούσε να δημιουργήσει επιπλέον προβλήματα στις επαγγελματικές υποχρεώσεις των γονέων, αλλά και στις οικογένειες με χαμηλότερο κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο.